Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

«Γύρω από τους δημόσιους άνδρες, είτε με τη θέλησή τους είτε άθελά τους, πλέκεται ένας μύθος που υποκαθιστά την αλήθεια, ή αν θέλετε την αλλοιώνει, και με τον χρόνο αποκρυσταλλώνεται σε ιστορική μορφή».

Η πιο πάνω διαπίστωση που ανήκει σε ένα διακεκριμένο φίλο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στον Κωνσταντίνο Τσάτσο, έγινε το 1987, όταν άρχισαν να συντάσσονται τα περιβόητα «Αρχεία Καραμανλή» που εκδόθηκαν τελικά με τέτοιο τρόπο ώστε να φιλοτεχνείται η αγιογραφία του ανδρός. Η πρόσφατη πανηγυρική εκδήλωση για τον αρχηγέτη της ελληνικής Δεξιάς ωστόσο, στην οποία συνέπραξε ο φιλόδοξος νεαρός ηγέτης του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, φανερώνει όχι μόνο την πρωτοφανή κατάπτωση στην οποία βρίσκεται η ακαδημαϊκή ιστοριογραφική κοινότητα αλλά και το στρατηγικό- ηθικό αδιέξοδο του δημοκρατικού πολιτικού κόσμου της χώρας. Η άκριτη μυθοποίηση του πολιτικού που θεμελίωσε πολλά από τα σημερινά αδιέξοδα, επιβάλλει να θυμηθούμε έστω δι’ ολίγων κάποιες πτυχές της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας μας.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έλαμψε διά της απουσίας του από κάθε πράξη αντίστασης κατά της δικτατορίας Μεταξά, από το έπος του 1940 αλλά και από το έπος της Εθνικής Αντίστασης παρότι το 1941 ήταν 34 ετών και είχε εκλεγεί ήδη δύο φορές βουλευτής Σερρών του Λαϊκού Κόμματος (1935, 1936). Η εκλογή του εκείνη χαρακτηρίστηκε ως η πρώτη πράξη αγνωμοσύνης σε βάρος του έως τότε προστάτη του Αθ. Αργυρού (με έξοδα του οποίου σπούδασε και αναδείχθηκε), αφού συντελέστηκε με εξαπάτηση των ψηφοφόρων του παλαίμαχου πολιτικού που απέτυχε εκλογικά.
Κατά τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου ο Καραμανλής ουδέποτε αντέδρασε όπως πολλοί άλλοι, ακόμη και συντηρητικοί πολιτικοί. Κατά το έπος του 1940- 1941 δεν στρατεύθηκε εξαιτίας βαρηκοΐας, όπως αναφέρουν οι βιογράφοι του. Κατά την Εθνική Αντίσταση δεν έλαβε μέρος ούτε καν σε δεξιές, εθνικιστικές ομάδες αντίστασης. Ανέμενε να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα ώστε το 1946 να επανέλθει στην πολιτική εκλεγόμενος και πάλι βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος.
Το 1955 κατά παραβίαση του Συντάγματος, της εκπεφρασμένης θέλησης του ψυχορραγούντος αρχηγού του πλειοψηφούντος κόμματος του Ελληνικού Συναγερμού Παπάγου και της βούλησης της μεγάλης πλειοψηφίας της κυβερνώσας κοινοβουλευτικής ομάδας, επελέγη αυθαίρετα από το Παλάτι, σχημάτισε κυβέρνηση και ίδρυσε την ΕΡΕ που κέρδισε τις εκλογές του 1956, παρότι υστέρησε σε ψήφους από την Δημοκρατική Ένωση χάρη στο καλπονοθευτικό εκλογικό σύστημα και στην υποστήριξη του ΙΔΕΑ. Όπως βέβαια αποκαλύφθηκε λίγα χρόνια αργότερα, προ της επιλογής του από τα ανάκτορα, είχε ήδη δεσμευθεί με το «μνημόνιο Πιπινέλη» να οδηγήσει το Κυπριακό σε συμβιβαστική λύση που θα αποκαθιστούσε τις συμμαχικές σχέσεις της Ελλάδας. Προς την κατεύθυνση αυτή, και με άμεσο συνεργό τον Ευάγγελο Αβέρωφ, υπονόμευσε συνειδητά τον κυπριακό απελευθερωτικό αγώνα ασκώντας συνεχείς πιέσεις στην κυπριακή ηγεσία και επιβάλλοντας τελικά στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο (με τον εκβιασμό της εγκατάλειψης) υπογραφή των μοιραίων συνθηκών Ζυρίχης- Λονδίνου, με τις οποίες η Τουρκία επανέκτησε νομικά δικαιώματα (και μάλιστα με στρατιωτικές εγγυήσεις) στη νήσο. Οι συνθήκες που καθιστούσαν αδύνατη πλέον την Ένωση χωρίς στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία, υπογράφηκαν παρότι ο Κων. Καραμανλής γνώριζε την στρατιωτική αδυναμία της Ελλάδας λόγω των αποστάσεων. Αδυναμία την οποία ωστόσο ο ίδιος αργότερα επικαλέστηκε όταν κυνικά θα αποφανθεί ότι «η Κύπρος κείται μακράν».
Κατά το διάστημα της πρώτης «οκταετίας» του (1955- 1963) ο Κ. Καραμανλής υπήρξε πολιτικός αρχιτέκτονας της στρεβλής οικονομικής ανάπτυξης που οδήγησε μεν σε άνοδο του βιοτικού επιπέδου αλλά με τρομερό κόστος: α) την περιβαλλοντική και πολεοδομική καταστροφή της χώρας, β) τη μετανάστευση 1.000.000 Ελλήνων (γεγονός που έκανε δυνατή, σε συνδυασμό με το αυταρχικό κοινωνικό και εργασιακό περιβάλλον, την ταχύρρυθμη ανάπτυξη και γ) την ηθική διάλυση της ελληνικής κοινωνίας καθώς η ατιμωρησία των δοσιλόγων, ο άναρχος νεοπλουτισμός και η με κάθε τρόπο πρόταξη της «ανάπτυξης» διέλυσαν κάθε αίσθημα κοινωνικής συνοχής.
Οι κυβερνήσεις Καραμανλή όχι μόνο δεν διεκδίκησαν πολεμικές αποζημιώσεις ή το κατοχικό δάνειο από την Γερμανία, αλλά με ειδικό νόμο (3933/13-2-1959) και κατόπιν με νομοθετικό διάταγμα (4016/3-11-1959), μετά από μυστική συμφωνία με τη γερμανική κυβέρνηση, αμνήστευσαν όλους τους εγκληματίες πολέμου για να αποφυλακιστεί ο περιβόητος δήμιος της Θεσσαλονίκης Μαξ Μέρτεν που είχε καταγγείλει την εμπλοκή και του ίδιου του Καραμανλή με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής.
Στο εκλογικό πεδίο, μετά τη νίκη χάρη στο τριφασικό εκλογικό σύστημα του 1956 και την επικράτηση το 1958 χάρη στη διάσπαση της δημοκρατικής παράταξης, κέρδισε τις εκλογές του 1961 με πρωτοφανές όργιο βίας και νοθείας (σχέδιο Περικλής). Το 1963 αντιλαμβανόμενος, ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία του Γρηγ. Λαμπράκη (από το παρακράτος που ο ίδιος ανεχόταν επί χρόνια να δρα), τη μεταστροφή του εκλογικού σώματος υπέρ της Ενώσεως Κέντρου και την απροθυμία πλέον του Παλατιού να συνεχίσει να τον στηρίζει ευνοιοκρατικά, μεθόδευσε την σύγκρουσή του με τον θρόνο ώστε να βρει πρόσχημα παραίτησης και απομάκρυνσης από την Ελλάδα καθώς του φαινόταν αδιανόητο να εμφανιστεί στη Βουλή ως αντιπολιτευόμενος. Έτσι, τον Νοέμβριο του 1963 αναχώρησε από την Ελλάδα υπό συνθήκες κάθε άλλο παρά τιμητικές.
Κατά το διάστημα 1964- 1967, με εμπρηστικές δηλώσεις και παρασκηνιακές επαφές ενίσχυσε το κλίμα αντικομμουνιστικής φοβίας που εξώθησε τις δυνάμεις της άκρας δεξιάς στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, συντελώντας έτσι σε ένα κλίμα ανοχής προς αυτό. Τον Αύγουστο του 1966 στην έκκληση του Κωνσταντίνου για επιστροφή προκειμένου να ομαλοποιηθεί η κατάσταση, αρνήθηκε δηλώνοντας στο βασιλικό απεσταλμένο Δ. Μπίτσιο ότι η απόφασή του για αποχώρηση από την πολιτική ζωή ήταν οριστική και αμετάκλητη. Μετά από χρόνια ο Κωνσταντίνος ισχυρίστηκε ότι ο Καραμανλής έθεσε ως προϋπόθεση επιστροφής την αναστολή διατάξεων του Συντάγματος, ήτοι εκτροπή.
Η πρώτη αντίδραση του Κ. Καραμανλή μετά την 21η Απριλίου δεν ήταν η ευθεία καταδίκη των συνταγματαρχών αλλά η δικαιολόγηση της εκτροπής με την επίρριψη της ευθύνης γι’ αυτήν αποκλειστικά… στους πολιτικούς του αντιπάλους και με την αναφορά ότι «η χώρα βρισκόταν ουσιαστικά σε κατάσταση ανωμαλίας επί τριετία»: από τότε δηλαδή που κέρδισε τις εκλογές του 1964 η Ένωση Κέντρου! Επί μήνες ο Κ. Καραμανλής θα αρκεστεί σε συμβουλές προς τον τότε βασιλιά και προς τον ψευδοπρωθυπουργό Κόλλια πριν πάρει σαφή θέση κατά της δικτατορίας, εξακολουθώντας ωστόσο να χρησιμοποιεί συνεχώς τον όρο «επανάστασις» για το πραξικόπημα.
Ο Κ. Καραμανλής επανήλθε στην Ελλάδα εγκαταλείποντας το 1974 την Κύπρο στον Αττίλα- 2 και εξαπατώντας τους αφελείς με την χωρίς νόημα αποχώρηση από το ΝΑΤΟ (ώστε να γίνει ανεκτή η αδράνεια)  αντί να κλείσει τις αμερικανικές βάσεις, μόνη πράξη που θα αποτελούσε πραγματική πίεση προς την υπερδύναμη. Στη νοοτροπία Καραμανλή- Αβέρωφ όμως τέτοιας μορφής πίεση ήταν αδιανόητη. Ο φάκελος της κυπριακής τραγωδίας παρέμεινε κλειστός ώστε να μην πληροφορηθεί επίσημα ο ελληνικός λαός τις συνθήκες της προδοσίας του 1974 και της συμπαιγνίας της μεταπολίτευσης με την τρίτη χούντα, τη χούντα Γκιζίκη- στρατηγών που του παρέδωσε την εξουσία. Σαν να μην έφτανε η εγκατάλειψη, στη συνέχεια η κυβέρνηση Καραμανλή ανάγκασε τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο να αποδεχθεί την λύση διζωνικής ομοσπονδίας στην Κύπρο, με την υπόσχεση ανάλογων υποχωρήσεων και της Τουρκίας. Υποχωρήσεων που φυσικά δεν ήρθαν ποτέ.
Συγχρόνως με την απώλεια της Κύπρου, η κυβέρνηση Καραμανλή ανέχθηκε την ολοκλήρωση του ξεριζωμού των Ελλήνων της Πόλης και της Ίμβρου, με συνέπεια να ανατραπεί οριστικά η ισορροπία δυνάμεων και να καθίστανται χωρίς αντίβαρο οι μελλοντικές τουρκικές επιδιώξεις στην Θράκη.
Στο εσωτερικό πεδίο όπου επικεντρώνεται συνήθως ο θαυμασμός για τον μεταπολιτευτικό Καραμανλή, είναι αλήθεια ότι θεμελίωσε τη δημοκρατία και επιτάχυνε την οικονομική ανάπτυξη. Αποκρύπτεται όμως ότι η μεταπολιτευτική ανάπτυξη έγινε με υπέρμετρο δανεισμό και με διάλυση της παραγωγικής βάσης της χώρας και με συνέπειες την ηθική παρακμή και την κοινωνική εξαχρείωση. Η είσοδος στην ΕΟΚ έγινε χωρίς καμιά παραγωγική προπαρασκευή με συνέπεια την πλήρη διάλυση της βιομηχανικής και γεωργικής υποδομής της χώρας. Τις συνέπειες αυτής της διάλυσης ζούμε σήμερα.
Σήμερα ο πρόεδρος της Ριζοσπαστικής Αριστεράς νομίζει ότι δίνει τα διαπιστευτήριά του στην άρχουσα τάξη (εν όψει της έλευσής του στην… εξουσία) πλέκοντας το εγκώμιο του Κ. Καραμανλή διότι… νομιμοποίησε το ΚΚΕ μετά το 1974 και έπαυσαν οι διωγμοί των  αριστερών – ωσάν να ήταν δυνατόν μετά τη λαίλαπα της καπηλείας και της εθνικής προδοσίας της χούντας να συνεχιστεί η λειτουργία του εμφυλιοπολεμικού κράτους. Οι αυταπάτες και ο καιροσκοπισμός του κ. Τσίπρα δεν αποκαλύπτουν μόνο την παντελή απουσία ιστορικής και πολιτικής κρίσης, αφού η «προσφορά» του Κ. Καραμανλή είναι γνωστή σε όλο τον δημοκρατικό λαό, αλλά φανερώνει και την αδυναμία του φιλόδοξου νέου πολιτικού να κατανοήσει πώς και γιατί η Ελλάδα έφτασε στη σημερινή χρεοκοπία. Εκτός εάν οι εργολαβικές παραδόσεις θεωρείται πως πρέπει να μένουν πάντα στο απυρόβλητο. Έτσι όμως το πρόβλημα δεν είναι το ιστορικό παρελθόν του Κ. Καραμανλή. Είναι το πολιτικό μέλλον του κ. Τσίπρα και κυρίως το μέλλον του ελληνικού λαού. Που δεν έχει κανένα περιθώριο πλέον να ξαναζήσει άλλη μια φορά την μεταπολιτευτική τραγωδία. Ούτε καν ως φάρσα….
του Κώστα Χαντζηαντωνίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου