Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Ομιλία Μαρίας Τριανταφύλλου κατά τη διάρκεια της συζήτησης του νομοσχεδίου « Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις».

Μαρία Τριανταφύλλου
Βουλευτής Αιτ/νίας του ΣΥΡΙΖΑ
Γραφείο: Λ. Δεληγιώργη 1 και πλ. Μπότσαρη
Τηλ: 26310-29266
Φαξ: 2631029266      
          mtriantaf67@gmail.com
          triantafyllou.vouli@gmail.com
κιν: 6977744393 (συνεργάτης)




27/11/2014

Δελτίο τύπου.
Θέμα: Ομιλία Μαρίας Τριανταφύλλου κατά τη διάρκεια της συζήτησης του νομοσχεδίου « Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις».
Στη συζήτηση του νομοσχεδίου για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, ανήμερα της γενικής πανεργατικής απεργίας, η βουλευτής Αιτ/νιας του ΣΥΡΙΖΑ, πέραν των άλλων, σημείωσε πως η συγκυβέρνηση ζητάει  συναίνεση όχι μόνο από την Αντιπολίτευση, αλλά και από τον ελληνικό λαό.
 Έκλεισε την ομιλία της τονίζοντας πως αυτό που νοηματοδοτεί τη σημερινή γενική απεργία είναι η  ανάγκη  ολικής αλλαγής και παλλαϊκού αγώνα για την αποφυγή της   διάλυσης του κοινωνικού ιστού και το ξεπούλημα της χώρας.

Το link με το βίντεο της ομιλίας:

Ακολουθεί το κείμενο της ομιλίας:
             «Με το συγκεκριμένο νομοθέτημα που συζητούμε σήμερα, όπως και με όλους τους προηγούμενους μνημονιακούς νόμους που έφερε στη Βουλή το Υπουργείο Παιδείας, υπηρετήθηκε πιστά ένας στόχος. Ήταν ο στόχος της ενίσχυσης της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Αυξήθηκε το μερίδιό της σε βάρος της δημόσιας εκπαίδευσης. Όπως στην υγεία και παντού, έτσι και στην παιδεία και στην εκπαίδευση, ο ιδιωτικός τομέας γίνεται μία κερδοφόρα αγορά ακόμα και σε συνθήκες κρίσης.
Αυτή, λοιπόν, η βασική αρχή υπηρετήθηκε για την έρευνα, δηλαδή πλήρης απορρύθμιση και ιδιωτικοποίησή της. Με ανεμική χρηματοδότηση στο 0,5% του ΑΕΠ περίπου και με βάση τον περαιτέρω περιορισμό της χρηματοδότησης για την έρευνα μέσω του Συμφώνου Εταιρικής Σχέσης της Προγραμματικής Περιόδου 2014-2020, οδηγούμαστε σε συνολικότερη συρρίκνωση και διάλυση της ερευνητικής δραστηριότητας στη χώρα.
Τα ερευνητικά κέντρα, καθώς και σημαντικές δημόσιες ερευνητικές και τεχνολογικές υποδομές απαξιώνονται και το ερευνητικό δυναμικό δεν ανανεώνεται. Παράλληλα, υπάρχει και μία αφόρητη και σοβαρή ιδεολογική πίεση να παρουσιαστεί αυτή η πολιτική ως προσπάθεια σύνδεσης της έρευνας με την επιχειρηματικότητα με σκοπό την ανάπτυξη. Ενώ, μάλιστα, είναι κοινός τόπος ότι η δημόσια εκπαίδευση και έρευνα είναι –ή θα έπρεπε να είναι- ο βασικός μοχλός ανάπτυξης της χώρας, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης, από την ανάγνωση του νομοσχεδίου γίνεται αντιληπτό ότι η βασική έρευνα δεν είναι επιλέξιμη δραστηριότητα.
Επιπλέον, ο απαραίτητος εθνικός σχεδιασμός, ο εθνικός χάρτης για την έρευνα, όπως θα λέγαμε ή ο ερευνητικός ιστός της χώρας, δεν κατονομάζεται στο νομοσχέδιο. Αυτό γίνεται σκόπιμα, για να υπάρχει δυνατότητα συγχώνευσης ή και κατάργησής του με μία απλή υπουργική απόφαση και με κινήσεις από μία πανίσχυρη ΓΓΕΤ, η οποία θα αποφασίζει αλλαγές κατά το δοκούν. Εξάλλου, στο άρθρο 13 προβλέπεται η θεσμοθέτηση ερευνητικών κέντρων με ημερομηνία λήξης.
Επομένως, αυτό μπορεί να ονομαστεί «εθνικός σχεδιασμός»; Είναι μήπως αυτό εξορθολογισμός; Όχι. Όμως, είναι πλήρης εναρμόνιση με τις νεοφιλελεύθερες επιταγές για ευέλικτες εργασιακές σχέσεις, δηλαδή με χαμηλούς μισθούς και χωρίς εργασιακά δικαιώματα.
Έγινε πολύς λόγος για τη χρηματοδότηση. Όπου και αν την ψάξουμε, δεν θα τη βρούμε. Η χρηματοδότηση δεν υπάρχει πουθενά ως έννοια. Ούτε φυσικά υπάρχει πουθενά η δέσμευση για δημόσια εθνική χρηματοδότηση. Η όποια χρηματοδότηση γίνεται με απόφαση της ΓΓΕΤ. Με ποια κριτήρια; Αναφέρθηκαν από την Εισηγήτριά μας κάποιοι απ’ αυτούς τους λοιπούς φορείς –αυτό αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 35- που αναγνωρίζονται ως φορείς έρευνας, χωρίς να αξιολογούνται. Κι αυτό το λέτε εσείς που παρουσιάζεστε ως τιμητές της αξιολόγησης.
                Αναρωτιόμαστε, λοιπόν, τι είδους σχεδιασμός είναι αυτός. Πάντως, το μόνο που δεν εξυπηρετεί είναι η δημιουργία ενός νέου, βιώσιμου, παραγωγικού και αναπτυξιακού μοντέλου για τη χώρα. Ενδεικτικά, όπως είπαμε, αναφέρθηκε από πολλούς ότι πλήττεται η βασική έρευνα και προάγεται η εφαρμοσμένη έρευνα, η καινοτομία. Όμως, όπως ξέρετε, χωρίς το πρώτο, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπάρξει το δεύτερο. Δεν υπάρχει ενιαίος χώρος ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας, κάτι που εμείς θεωρούμε ότι είναι εξαιρετικά απαραίτητο. 
Επιπλέον, δεν αναφέρονται πουθενά τα ΤΕΙ. Αυτά εξαιρούνται στο άρθρο 2.
Επίσης, με το άρθρο 13 θα λέγαμε ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος κατάργησης των ερευνητικών κέντρων, πάλι κατά το δοκούν. Βέβαια, θα πρέπει να πούμε ότι με ένα απλό Προεδρικό Διάταγμα μπορούν τα ερευνητικά κέντρα να συγχωνεύονται ή να καταργούνται ή να αλλάζει η νομική τους υπόσταση. Εμείς σ’ αυτό εκφράσαμε την αντίθεσή μας.
Το βασικό μότο της συγκυβέρνησης είναι ότι η χώρα μπαίνει σε μία κανονικότητα και ότι εξορθολογίζετε και τροποποιείτε τα πάντα επί το δικαιότερο. Όμως, η πραγματικότητα βοά. Εδώ θα ήθελα να καλέσω όλους τους συναδέλφους, όπως και τον Υπουργό βέβαια, να δουν την εικόνα της δημόσιας εκπαίδευσης. Είναι μία εικόνα τραγική. Είναι μία εικόνα με υποστελέχωση. Ειδικά στην τεχνολογική εκπαίδευση –και όχι μόνο- τα μαθήματα μέχρι και τα μέσα Νοεμβρίου δεν είχαν αρχίσει και οι τάξεις είναι χωρίς εκπαιδευτικούς.
Βέβαια, το Υπουργείο, με μία σειρά από τροπολογίες, αλλά και νομοθετήματα, κάνει πειράματα με το ποια μαθήματα μπαίνουν και ποια βγαίνουν από τις εξετάσεις ή ποια είναι γενικής παιδείας και ποια όχι. Γιατί, άραγε; Αυτό δείχνει ότι δεν διδαχθήκατε και δεν διδαχθήκαμε τίποτα από όλα τα προηγούμενα χρόνια, από τον τρόπο εισαγωγής των μαθητών όλα αυτά τα χρόνια και από τις συνεχείς –εντός πολλών εισαγωγικών- «μεταρρυθμίσεις».
Δεν διδαχθήκατε τίποτα και ούτε πρόκειται, γιατί αυτό που υιοθετείται τελικά είναι η κατεδάφιση της δημόσιας εκπαίδευσης και έρευνας διαχρονικά. Η παιδεία από δικαίωμα μετατρέπεται σε προνόμιο για όσους έχουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν. Το νέο λύκειο αυτό υπηρέτησε. Χώρισε νωρίς-νωρίς τα πρόβατα από τα ερίφια. Υποβαθμίστηκε δραματικά κι άλλο η τεχνολογική και η επαγγελματική εκπαίδευση και εγκαθιδρύθηκε ένας ατέλειωτος μαραθώνιος εξετάσεων στο Γενικό Λύκειο. Τώρα ερίζετε για το ποια μαθήματα θα μπουν ή ποια μαθήματα θα βγουν. Όλα είναι στοχευμένα. Ο στόχος είναι η απόσυρση του δημοσίου και στην έρευνα, για να μην υπάρχει προοπτική και μέλλον που το δίνει η έρευνα, για να μην υπάρχουν λύσεις που τις δίνει η έρευνα, για να μην απευθύνεται στους πολλούς, που πρέπει να το κάνει η έρευνα.
Και το συγκεκριμένο νομοσχέδιο υπηρετεί τους στόχους της νεοφιλελεύθερης λογικής και πολιτικής. Και αυτό, γιατί αντιμετωπίζετε την έρευνα και την εκπαίδευση, όπως και τις δαπάνες για την κοινωνική ασφάλιση, για τις συντάξεις, για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, δηλαδή ως μη παραγωγικές και άρα να μειωθούν και να δοθούν στις επενδύσεις του ιδιωτικού κεφαλαίου. Εξάλλου, συστήνεται ένας μεγάλος ιδιωτικός φορέας έρευνας από δημόσια και όχι ίδια κεφάλαια. Αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί και σε άλλα νομοσχέδια. Σας θυμίζω ενδεικτικά τη «Μικρή ΔΕΗ». Μπορεί να εξυμνούμε τον ιδιωτικό τομέα, αλλά τα κεφάλαια τα παίρνουμε από το φτωχό δημόσιο κορβανά.
Τέλος, θέλω να μιλήσω κόντρα σε μία λογική που λέει ότι μιλάω μόνο για το συγκεκριμένο νομοσχέδιο και τις τροπολογίες, όταν η πολιτική σκηνή έχει άλλα πράγματα και όταν συμβαίνει μια μεγάλη απεργία, όπως αυτή που θα δούμε σήμερα, γιατί θεωρούμε ότι αυτό είναι πολιτική, το να αναφερόμαστε δηλαδή στο κεντρικό πολιτικό και επίδικο ζήτημα.
Θέλω να πω ότι τα αίτια είναι εδώ και όχι μόνο για την απεργία, αλλά για μια ανάγκη ολικής αλλαγής και άρα παλλαϊκού αγώνα. Και αυτό νομίζω ότι είναι αυτό που νοηματοδοτεί τη σημερινή απεργία. Τα αίτια είναι εδώ –και τα γνωρίζει ο ελληνικός λαός- και είναι η διάλυση του κοινωνικού ιστού και το ξεπούλημα της χώρας.
Απέναντι σ’ αυτούς τους πραγματικούς δείκτες, λέτε ότι ετοιμάζεστε ή μάλλον καλύτερα ότι έχετε έτοιμο ένα σταθερό οικονομικό περιβάλλον, ένα ευλύγιστο κράτος, ώστε να έρθουν επενδύσεις και να αναπτυχθεί η οικονομία της χώρας. Και όταν φυσικά οι επενδύσεις δεν έρχονται, ευθύνεται ο ΣΥΡΙΖΑ, η Αντιπολίτευση και τώρα το ασταθές πολιτικό περιβάλλον. Και σ’ αυτό υπάρχει απάντηση: Είναι η λάσπη και ο λαϊκισμός από την πλευρά σας. Κουβέντα για το διεθνές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον! Κουβέντα για το πώς θα ανασυγκροτηθεί η χώρα αν μέσα σ’ αυτή την κουβέντα δεν έχουν τον πρώτο λόγο οι δανειστές.
Ζητάτε συναίνεση όχι μόνο από την Αντιπολίτευση, αλλά και από τον ελληνικό λαό. Δυστυχώς για σας, αυτή τη φορά δεν θα έχετε τον πρώτο λόγο.»
Το γραφείο τύπου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου