Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Tου Γεράσιμου Π. Καζάνα Φιλόσοφου, Ποιητή, Οικονομολόγου

 
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΜ ΣΜΙΘ
                                             η πατρότητα της Οικονομικής Επιστήμης Ο Άνταμ Σμίθ (1723-1790) γεννήθηκε στην Κερκόλντι, πόλη της Σκωτίας. Ορφανός, ο πατέρας του λιμενάρχης πέθανε λίγους μήνες πριν της γέννησής του. Η μητέρα του Μάργκαρετ Ντάγκλας αφιερώθηκε στη μόρφωση του παιδιού της. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης Ηθική Φιλοσοφία, Λογική και Φυσική Φιλοσοφία. Μετά την αποφοίτησή του συνέχισε στο Κολέγιο Μπάνιολ της Οξφόρδης. Κατόπιν στο Εδιμβούργο πραγματοποίησε σειρά μη πανεπιστημιακών διαλέξεων ρητορικής και φιλολογίας. Η πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία το 1751, ως καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης στην έδρα της Λογικής. Το δε 1752 καταλαμβάνει στο ίδιο Πανεπιστήμιο την έδρα της Ηθικής Φιλοσοφίας. Και το 1759 εκδίδει το βιβλίο «Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων». Ακολουθούν το 1761 οι παραδόσεις ρητορικής στο Πανεπιστήμιο, το 1764 παραιτείται, το 1765 μεταβαίνει στο Παρίσι για να συναντήσει τους οικονομολόγους φυσιοκράτες Κενέ και Τιργκό. Και το 1766 επιστρέφει στο Λονδίνο. Το 1776 εκδίδει το βιβλίο του: «Έρευνα για τις Πηγές και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών», που του προσδίδει διεθνή αναγνώριση. Καθιερώνεται, έτσι ως «ο πατέρας της οικονομικής επιστήμης». Η πατρότητα, όμως, της οικονομικής επιστήμης τίθεται το ερώτημα αναμφίβολα σε ποίον ανήκει; Οφείλομε να αποκαταστήσομε την ιστορική πραγματικότητα μέσα από ένα αυθεντικό διάλογο του Αριστοτέλη (384-322 π.χ) με τον Άνταμ Σμίθ (1723-1790) χρονικής διαφοράς ηλικίας 1.339 ετών. ΑΝΤΑΜ ΣΜΙΘ: «Έρευνα για τις Πηγές και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών». ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: α. «Επειδή υπάρχουν πολλές πράξεις και τέχνες και επιστήμες πολλοί γίνονται οι σκοποί, ιατρικής μεν η υγεία, ναυπηγικής δε το πλοίο, στρατηγικής δε η νίκη, οικονομικής δε ο πλούτος» (Ηθικά Νικομάχεια 1094α, 5). β. «Θεωρείται δε πως ανήκει στην πλέον κύρια και μάλιστα στην αρχιτεκτονική. Και μια τέτοια φαίνεται πως είναι η πολιτική. Γιατί αυτή καθορίζει ποιές επιστήμες είναι απαραίτητες στις πόλεις (κράτη) και ποιές πρέπει ο καθένας να μαθαίνει και μέχρι ποιού βαθμού. Βλέπομε δε πως οι περισσότερες εκτιμώμενες είναι επιστήμες, όπως η στρατηγική, η οικονομική, η ρητορική. Λαμβάνοντας, όμως, υπ’ όψη πως αυτή χρησιμοποιεί και τις λοιπές πρακτικές επιστήμες και εκτός αυτών νομοθετεί τι πρέπει να πράξομε και τι να αποφεύγομε. Ίσως ο σκοπός των οποίων επιδιώκει, περιέχει τον σκοπό των άλλων, ώστε πιθανόν αυτό να είναι και το ανθρώπινο αγαθό. Και γιατί, αν ακόμη είναι το ίδιο για ένα άτομο και για ολόκληρη την πόλη (κράτος), μείζον και τελειότερο φαίνεται πως πρέπει να αναλάβομε την προστασία του, αλλά καλύτερο και πολύ θεάρεστο είναι για τα έθνη και τις πόλεις (κράτη)» (Ηθικά Νικομάχεια 1094α, 11 και 1094β, 11). ΑΝΤΑΜ ΣΜΙΘ: «4.Στους πρωτόγονους λαούς, που ζουν από το κυνήγι και το ψάρεμα, κάθε άτομο, που είναι σε θέση λίγο ως πολύ απασχολείται σε μια χρήσιμη εργασία και πασχίζει να προσφέρει τα αναγκαία μέσα διαβίωσης και τις ανέσεις της ζωής, για τον εαυτό του και εκείνα τα μέλη της οικογένειάς του ή τη φυλή του» (Εισαγωγή). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: «Αυτοί λοιπόν είναι όλοι σχεδόν οι τρόποι της ζωής των ανθρώπων, όσες και οι φυσικώς παραγόμενες τροφές με την εργασία τους και όχι με ανταλλαγή ή με το εμπόριο. Και αυτοί οι τρόποι είναι ο νομαδικός, ο γεωργικός, ο ληστρικός, ο αλιευτικός και ο θηρευτικός» (Πολιτικά Α΄, 8, 1256α, 43). ΑΝΤΑΜ ΣΜΙΘ: «1. Αυτός λοιπόν ο καταμερισμός εργασίας, από τον οποίο προέρχονται τόσο πολλά πλεονεκτήματα, δεν προκύπτει, ως αποτέλεσμα κάποιας ανθρώπινης σοφίας, ποιου δήθεν προβλέπει και σκοπεύει στον γενικό πλούτο τον οποίον και επιτυγχάνει. Αποτελεί την αναγκαία, αν και βραδεία και βαθμιαία συνέπεια μιας ορισμένης φυσικής ροπής της ανθρώπινης φύσης, που δεν στοχεύει σε ένα τέτοιο γενικευμένο όφελος, της ροπής, δηλαδή, προς το να διαπραγματεύεται, να εμπορεύεται και να ανταλλάσει ένα πράγμα με άλλο». «2. Το κατά πόσο η τάση αυτή αποτελεί μια από τις πρωταρχικές αρχές της ανθρώπινης φύσης για την οποία δεν μπορεί να δοθεί καμιά περαιτέρω εξήγηση, ή, πράγμα, που φαίνεται πιθανότερο, αποτελεί μια αναγκαία συνέπεια των χαρισμάτων της λογικής και, της ομιλίας, δεν είναι αντικείμενο της παρούσας έρευνας. Είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους και δεν τη συναντάμε σε κανένα άλλο είδος ζώων, τα οποία δεν φαίνεται να γνωρίζουν ούτε αυτό ούτε άλλο είδος σύμβασης» (Βιβλίο 1,Κεφάλαιο Β΄). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: «Η δε αιτία με την οποία ο άνθρωπος είναι ζώο πολιτικό από κάθε μέλισσα και από κάθε ζώο, που ζει σε αγέλες είναι φανερό. Γιατί τίποτε, όπως έχομε αναφερθεί, η φύση μάταια δημιουργεί. Λόγο μεν έχει μόνον ο άνθρωπος των ζώων. Η μεν λοιπόν φωνή είναι το στοιχείο του λυπηρού και του ευχάριστου, γι’ αυτό δόθηκε και στα άλλα ζώα (γιατί ως εκεί έφθασε η φύση τους, να έχουν αίσθηση του λυπηρού και του ευχάριστου και αυτά να γνωστοποιούν μεταξύ τους), η δε λογική είναι να δηλώσει το συμφέρον και το βλαβερό, ώστε και το δίκαιο και το άδικο. Γιατί αυτό είναι το ίδιον των ανθρώπων έναντι των άλλων ζώων. Το μόνον του αγαθού και του κακού, του δικαίου και του αδίκου και των άλλων ομοίων να έχει συναίσθηση. Η δε κοινωνία αυτών δημιουργεί οικογένεια και πόλη (κράτος). Και πρώτιστο της φύσης είναι η πόλη (κράτος) και η οικογένεια και ο καθένας μας. Γιατί το όλον είναι πρότερον του μέρους. Όταν χαθεί το όλον δεν υπάρχει πόδι και χέρι, εκτός αν κάποιος ονομάσει μια λίθινη χείρα. Γιατί αν καταστραφεί θα γίνει άλλη όμοια, άπαντα τα πράγματα δε είναι καθορισμένα σύμφωνα με το έργο και τη δυνατότητα εκτέλεσης αυτών, ώστε όταν η ικανότητά τους παύσει δεν λέμε πως είναι τα ίδια, αλλά κατ’ όνομα όμοιος. Είναι φανερό, ότι μεν η πόλη λοιπόν από τη φύση της προηγείται του ατόμου. Γιατί αν καθένας, όταν αποχωρίζεται από αυτή καθίσταται μη αυτάρκης, θα βρεθεί στην όμοια κατάσταση του μέρους του σώματος προς το σύνολο. Εκείνος δε που δεν μπορεί να ζει με την κοινωνία ή εκείνος που δεν έχει καμία ανάγκη κανενός από αυτάρκεια δεν έχει θέσης στη κοινωνία, αυτός είναι θηρίο ή θεός. Η φύση λοιπόν είναι η ορμή σε τέτοια κοινωνία και εκείνος που πρώτος τη συνέστησε είναι η αιτία των μέγιστων αγαθών» (Πολιτικά Α΄, 1253 α 8-29). ΑΝΤΑΜ ΣΜΙΘ: «1. Από τη στιγμή που θα επικρατήσει επαρκώς ο καταμερισμός της εργασίας, το προϊόν της εργασίας ενός ανθρώπου μπορεί να εξυπηρετήσει μόνο ένα μικρό μέρος των αναγκών του. Ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος τους εξυπηρετεί μόνο μέσα από την ανταλλαγή του τμήματος εκείνου του προϊόντος της εργασίας του, που υπερβαίνει την προσωπική του κατανάλωση έναντι εκείνου του μέρους του προϊόντος της εργασίας άλλων ανθρώπων, που αυτός έχει ανάγκη. Με αυτό το τρόπο, κάθε άνθρωπος, ζει μέσα από την ανταλλαγή ή κατά κάποιο τρόπο γίνεται έμπορος και η ίδια η κοινωνία εξελίσσεται σε μια εμπορική κοινωνία με την κυριολεξία του όρου» (Βιβλίο 1, Κεφάλαιο Δ΄). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: «1. Γιατί η ανταλλαγή πράγματι ισχύει για όλα. Και πράγματι άρχισε από τις φυσικές κατά πρώτον ανάγκες λόγω αφθονίας σε ένα είδος από τα απαραίτητα στη ζωή των ανθρώπων και από την ελάττωση σε ένα άλλο είδος» (Πολιτικά 1257α, 9, 15). «2. Της δε ανταλλακτικής το πιο σπουδαίο είναι πιο κύριο μέρος είναι η διεξαγωγή του εμπορίου. Και αυτού του εμπορίου έχομε τρία μέρη: της ναυσιπλοΐας, της ξηράς, και των καταστημάτων. Τα δε μέρη αυτά του εμπορίου έχουν μεταξύ τους διαφορά. Γιατί άλλα μεν από αυτά διεξάγονται με μεγαλύτερη ασφάλεια, άλλα δε προσπορίζουν μεγαλύτερο κέρδος. Και δεύτερο κύριο μέρος της ανταλλακτικής είναι ο τοκισμός. Τρίτο δε μέρος είναι η μισθωτή εργασία της οποίας έχομε δύο είδη, ήτοι την μεν των τεχνικών, οι οποίοι ασκούν μηχανική εργασία, τη δε άλλη εκείνων, που δεν γνωρίζουν κάποια τέχνη και χρησιμοποιούνται γι’ αυτό και μόνο με τη σωματική τους δύναμη. Αλλά υπάρχει και ένα τρίτο είδος της χρηματιστικής, που κατατάσσεται μεταξύ του δευτέρου είδους και του πρώτου είδους. Γιατί συμμετέχει σε κάτι και της χρηματιστικής κατά φύση και της ανταλλακτικής. Η δε χρηματιστική δε του τρίτου είδους ασχολείται με όσα προέρχονται από τη γη και ακόμη με όσα παράγονται» (Πολιτικά 1258β, 11, 23). ΑΝΤΑΜ ΣΜΙΘ: «Με την πρόοδο της οικονομικής δραστηριότητας, οι εμπορικές χώρες θεώρησαν πρακτικό να κόψουν νομίσματα από διαφορετικά μέταλλα: χρυσά για τις μεγάλες πληρωμές, αργυρά για τις αγορές μέτριας αξίας και χάλκινα ή από κάποιο άλλο μη ευγενές μέταλλο, για τις λιγότερο σημαντικές αγορές. Όμως, πάντα, ένα από τα μέταλλα αυτά το θεώρησαν ως ένα πιο ειδικό μέτρο της αξίας στο μέταλλο, που χρησιμοποιήθηκε πρώτο ως εργαλείο του εμπορίου. Ενώ δε είχαν ξεκινήσει να το χρησιμοποιούν ως πρότυπό τους, όταν δεν είχαν άλλο νόμισμα, συνέχισαν γενικά να το έχουν ως πρότυπο, ακόμη και όταν η αναγκαιότητα αυτή δεν ήταν πλέον η ίδια» (Βιβλίο 1, Κεφάλαιο Ε΄). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: «Γιατί, όταν από τις πιο μακρινές χώρες έγινε η βοήθεια εισαγωγής εκείνων, που έλλειπαν, όπως και εξαγωγής εκείνων, που πλεόναζαν, τότε από ανάγκη γεννήθηκε η χρήση του νομίσματος. Γιατί δεν είναι ευμετακόμιστο καθένα από τα κατά φύση αναγκαία. Γι’ αυτό για τις συναλλαγές συμφώνησαν μεταξύ τους να δίνουν και να λαμβάνουν κάτι τέτοιο το οποίο, ενώ το ίδιο ήταν από τα χρήσιμα, θα ήταν σε χρήση ευμεταχείριστο στις ανάγκες τις ζωής, όπως ο σίδηρος και ο άργυρος ή κάτι τέτοιο είδος. Το πρώτο μεν απλά ορίσθηκε το μέγεθος και το βάρος στο τέλος δε του τοποθέτησαν χαρακτηριστικό γνώρισμα για να απαλλάξει αυτούς από μετρήσεις. Γιατί το χαρακτηριστικό τέθηκε ως σημείο της αξίας. Αφού ευρέθηκε λοιπόν το νόμισμα πλέον από την αναγκαία συναλλαγής έγινε άλλο είδος χρηματιστικά, η κερδοσκοπία. Πρώτα γινόταν ίσως απλά, ύστερα με την εμπειρία πλέον έγινε επιδεξιότερο, από ποια και πόσα μέσα χειρισμών θα πραγματοποιηθεί μεγαλύτερο κέρδος. Γι’ αυτό φαίνεται πως η χρηματιστική μάλιστα περί το νόμισμα ασχολείται και το έργον της είναι να εξετάσει την δυνατότητα από πού θα προέρθει πλήθος χρημάτων, γιατί αυτή είναι πηγή πλούτου και χρημάτων. Και γιατί του πλούτου πολλές φορές θεωρούν πλήθος νομισμάτων, γιατί γι’ αυτό ασχολείται η χρηματιστική και η καπηλική (κερδοσκοπία). Άλλοι δε πάλι θεωρούν το νόμισμα φλυαρία απλά και συμβατικό εξ ολοκλήρου, χωρίς καμία από τη φύση αξία και πως αν μεταβληθούν οι συμφωνίες δεν θα έχει καμία αξία και δεν θα είναι χρήσιμο για να προμηθευθεί κάποιος τα αναγκαία και πως, ενώ κάποιος θα έχει πλούτο νομισμάτων πολλές φορές θα στερηθεί της αναγκαίας τροφής. Αν και παράδοξο είναι τέτοιος πλούτος, που κατέχει, από λιμό να πεθαίνει, όπως και τον Μίδα εκείνον μυθολογούν για την απληστία της ευχής του, όπως όλες οι παρατιθέμενες σ’ αυτόν τροφές να μεταβάλλονται σε χρυσό» (Πολιτικά Α΄, 9, 1257α, 34 και 1257β, 20). ΑΝΤΑΜ ΣΜΙΘ: «Το μάλλινο σακάκι, ως παράδειγμα, που φορά ο εργάτης, όσο χονδροκομμένο και αν φαίνεται, αποτελεί το προϊόν της συνδυασμένης εργασίας πολλών εργατών. Ο βοσκός, ο διαλογέας του μαλλιού, ο λαναράς, ο βαρέας, ο εκείνος που ξαίνει, ο κλώστης, ο υφαντής, ο λευκαντής, ο ράφτης και πολλοί άλλοι» (Βιβλίο 1,Κεφάλαιο Α΄, 11). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: «Πρώτα μεν λοιπόν γεννιόνται οι απορίες μήπως είναι η χρηματιστική όμοια με την οικιακή οικονομία ή είναι μέρος της ή μόνο υπηρετική αυτής; Και αν είναι υπηρετική, ποια θα είναι, όπως η κερκιδοποιητική στην υφαντουργία ή όπως η χαλκουργική στην ανδριαντοποιία (γιατί δεν εξυπηρετούν με όμοιο τρόπο), αλλά η μεν πρώτη όργανα παρέχει, η δε την ύλη. Λέγω δε ύλη το υποκείμενο, που αποτελείται το έργον, όπως το έριο για τον υφαντουργό και ο χαλκός του ανδριαντοποιού. Έτσι λοιπόν η οικιακή οικονομία δεν είναι όμοια με τη χρηματιστική, είναι φανερό (γιατί της μεν χρηματιστικής έργο είναι ο πορισμός των χρησίμων, της δε οικιακής οικονομίας η χρησιμοποίηση)» (Πολιτικά 1256α, 8). ΑΝΤΑΜ ΣΜΙΘ: «Καίτοι, επομένως, η τιμή που αποφέρει αυτό το κέρδος δεν είναι πάντα η χαμηλότερη τιμή στην οποία μπορεί ένας έμπορος να πωλήσει τα αγαθά του, είναι εν τούτοις η χαμηλότερη τιμή στην οποία είναι το προσδοκώμενο να τα πωλεί για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, τουλάχιστον εκεί που υπάρχει απόλυτη ελευθερία ή εκεί που δύναται να αλλάζει επάγγελμα όσο συχνά το επιθυμεί» (Βιβλίο 1, Κεφάλαιο Ζ΄, 6). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: «Όσον αφορά τη χορήγηση των αγαθών κατά το δίκαιο, όλοι ομολογούν πως πρέπει να είναι κατ’ αξία, αλλά αυτή η αξία δεν υπάρχει λέγουν οι πάντες. Οι μεν δημοκρατικοί ελευθερία, οι δε ολιγαρχικοί πλούτο και την καταγωγή από ευγενείς, οι δε αριστοκρατικοί στην ικανότητα» (Ηθικά Νικομάχεια Ε΄, 1131α, 28). Όπως αποδεικνύεται από την αντιπαράθεση των κειμένων ο Αριστοτέλης έθεσε τα ισχυρά θεμέλια της Οικονομικής Επιστήμης: 1. Η έρευνα για της πηγές και τα αίτια του πλούτου των εθνών είναι η βασική επιδίωξη της οικονομικής επιστήμης και της πολιτικής επιστήμης. 2. Στους πρωτόγονους λαούς υπήρξε ο καταμερισμός της εργασίας κατά αυτοτελείς τομείς της οικονομίας. 3. Ο καταμερισμός της εργασίας, όμως, στην οργανωμένη κοινωνία γίνεται περισσότερο σημαντικός στη λειτουργικότητα της οικονομίας με τη λογική , που διαθέτει ο άνθρωπος. 4. Αυτός ο καταμερισμός της εργασίας δημιουργεί την ανταλλαγή και την διεξαγωγή του εμπορίου. 5. Αναφέρεται στο τοκισμό, στη μισθωτή εργασία, καθώς και στα τρία είδη της χρηματιστικής. 6. Το νόμισμα γεννήθηκε με την εξέλιξη των εμπορικών συναλλαγών. Αυτό δημιούργησε την κερδοσκοπία, τον πλούτο του χρήματος και την παραζάλη παρανόησης της αξίας αυτού, όπως ο μυθικός Μίδας. 7. Η παρασκευή προϊόντων απαιτεί τη συμμετοχή φορέων, όπως οργάνων και ύλης. 8. Η μεν οικιακή οικονομία είναι αξιέπαινος, η δε τοκογλυφία μισείται. (Πολιτικά Α΄1258 β΄). 9. Η ελευθερία στην οικονομία βοηθά στην επιβίωση του εμπόρου, καθώς και στην αλλαγή του επαγγέλματος. Γιατί:« ήκιστα μοχθηρόν δε έστιν η Δημοκρατία», (Ηθικά Νικομάχεια 1160 β΄ 23). (Το λιγότερο κακό είναι η Δημοκρατία). 10. Ο Αριστοτέλης αναφέρεται και στο μονοπώλιο, όπου ο φιλόσοφος Θαλής ο Μιλήσιος, όταν αντιλήφθηκε από την αστρολογία ότι θα ακολουθήσει μεγάλη σοδειά ελιών με λίγα χρήματα νοίκιασε τα ελαιοτριβεία Μιλήτου και Χίου με ελάχιστο ενοίκιο. Στην εποχή της συγκομιδής πολλοί ελαιουργοί ζητούσαν ελαιοτριβεία και δεν έβρισκαν. Τότε ο Θαλής τα υπενοικίασε σ’ αυτούς, όσο ήθελε και κέρδισε πολλά χρήματα. Ο Άνταμ Σμίθ δίδαξε: 1. Ρητορική. 2. Λογοτεχνία. 3. Ηθική Φιλοσοφία. 4. Φιλοσοφία. 5. Λογική και 6.Έγραψε το βιβλίο «Έρευνα για τη Φύση και τις αιτίες του Πλούτου των Εθνών» από τα αντίστοιχα βιβλία του Αριστοτέλή: 1 Ρητορική. 2. Ποιητική. 3. Ηθικά Νικομάχεια 4. Φιλοσοφικά. 5. Λογική. 6.Πολιτικά και Ηθικά Νικομάχεια. Υπήρξε πολυμαθέστατος μαθητής του Αριστοτέλη και όμως δεν κάνει καμία αναφορά για ευνόητους λόγους στον δάσκαλό του. Μόνον αναφέρει μία φορά πως: «ο Αριστοτέλης, αφού υπήρξε δάσκαλος του Αλέξανδρου και αμείφθηκε γενναιόδωρα γι’ αυτό, όπως ξέρουν όλοι, τόσο από τον ίδιο, όσο και από τον πατέρα του , τον Φίλιππο, θεώρησε ότι άξιζε τον κόπο να επιστρέψει στην Αθήνα και να αναλάβει και πάλι τη διδασκαλία στη σχολή του» Στην εποχή του Άνταμ Σμίθ υπήρξαν και άλλοι συγγραφείς οικονομικών κειμένων, που ασχολήθηκαν με τα οικονομικά προβλήματα της εποχής του, όπως οι Frezier,Ulloa, Dupre, Fleetwood, King, Regia Majestas, Ruffhead, Ruddiman, Meggens, Kalm Buffon,Law, Dutot, Locke, Montesquieu και άλλοι Άγγλοι και Γάλλοι συγγραφείς. Έτσι ο Αριστοτέλης αποδεικνύεται ως ο πατέρας της Οικονομικής Επιστήμης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου